- πατροκασίγνητος
- πατρο-κασίγνητος: father's brother, uncle. (Od. and Il. 21.469.)
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
πατροκασίγνητος — father s brother masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πατροκασίγνητος — ὁ, Α ο αδελφός τού πατέρα, ο θείος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πατήρ, πατρός + κασίγνητος «αδελφός»] … Dictionary of Greek
πατροκασιγνήτοιο — πατροκασίγνητος father s brother masc gen sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πατροκασιγνήτου — πατροκασίγνητος father s brother masc gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πατροκασιγνήτους — πατροκασίγνητος father s brother masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πατροκασιγνήτῳ — πατροκασίγνητος father s brother masc dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πατροκασίγνητον — πατροκασίγνητος father s brother masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πατήρ — ο, ΝΜΑ, και πατέρας, ΝΜ 1. ο γεννήτορας, ο γονιός, ο γονέας (α. «τού πατέρα σου, όταν έρθεις, δε θα βρεις παρά τον τάφο», Σολωμ. β. «ἐπῆγεν ὁ πατέρας της εἰς κάποιον ταξίδι», Διγ. Ακρ. γ. «τοῡδε κεκλῆσθαι πατρός», Σοφ.) 2. φρ. «Πάτερ ημών» η… … Dictionary of Greek